Τσοτύλι- εγκαταλειμμένος οικ  Ροκάστρου- οικ Απιδέας,  Ανθούσα -οικ  Τριάδας, Ανθοχώρι –οικ  Φυτωκίου,  Βουχωρίνα,  Βροντή- οικ Λευκαδίου,  Λουκόμι, Oμαλή –οικ Γλυκοκερασιάς, Σταυροδρόμι, Αγίασμα –οικ Αγίων Θεοδώρων- Αχλαδιάς- Αγίας Παρασκευής & Κοιλαδίου, Αγίοι Ανάργυροι,  Αυγερινός,  Δαμασκηνιά, Δάφνη, Διχείμαρρος,  Δραγασιά, Ζώνη, Κλεισώρεια,  Κορυφή, Κριμήνι, Λικνάδες-οικ Λεύκης, Λούβρη, Μόρφη, Πλακίδα, Πολυκάστανο, Ροδοχώρι και Χρυσαυγή

 

Αυγερινός

Ο Αυγερινός, το παλιό Κωνστάντσικο, είναι ένα από τα πιο φημισμένα μαστοροχώρια και καστανοχώρια του Βοΐου. Βρίσκεται χτισμένος στην υψηλότερη ζώνη των οικισμών, σε υψόμετρο 1050 μέτρα, ευδιάκριτος από μακριά, σε μία ιδανική τοποθεσία με πλούσια καστανοδάση και καταπληκτική θέα προς την κοιλάδα του Αλιάκμονα και το Άσκιο. Πίσω του ακριβώς δεσπόζει ο ορεινός όγκος του Προφήτη Ηλία. Μιας και είναι ένα μεγάλο σε έκταση χωριό με περισσότερα από 250 σπίτια, χωρίζεται σε τέσσερις μαχαλάδες, τον Επάνω, τον Κάτω, τον Κατήδικο και το Γυφτομαχαλά.

Στη σημερινή θέση υπήρχε από τα τέλη του 17ου αιώνα ένας μικρός οικισμός και μία εκκλησία αφιερωμένη στον Αγ. Χαράλαμπο. Στις αρχές του 18ου αιώνα εδώ κατέφυγαν κάτοικοι από τα γύρω κατεστραμμένα Παλαιοχώρια, όπως την Καλογρίτσα, το Τσέρνι, το Ζάλτσι, το Κοντσικό, τη Μπάτζη, το Τσατίβι και τα Καλύβια. Αργότερα εγκαταστάθηκαν και Βλάχοι από άλλα απομακρυσμένα χωριά, με αποτέλεσμα ο οικισμός να αναπτυχθεί γρήγορα και να αποτελέσει ένα σημαντικό οικονομικό και πνευματικό κέντρο. Μάλιστα, εδώ λειτουργούσε ελληνικό σχολείο πριν από το έτος 1750.

Ο πληθυσμός του χωριού πριν τον Πόλεμο του ‘40 πιθανό να έφτανε τους 1000 κατοίκους. Κύρια απασχόληση ήταν η κτηνοτροφία, η τυροκομία, από την οποία παράγονταν ο περίφημος μπάτζιος, η δασοκομία, το εμπόριο και φυσικά η μαστορική. Ίδιες παρέμειναν οι ασχολίες και των σημερινών κατοίκων, ο μόνιμος πληθυσμός των οποίων φτάνει τους 150. Όμως, το Kαλοκαίρι το φυσικό κάλλος και οι παλιές θύμισες προσκαλούν τους διασκορπισμένους ανθρώπους του Αυγερινού πίσω στη γενέθλια γη, το χωριό ξαναζωντανεύει και ο πληθυσμός του σχεδόν τριπλασιάζεται.

Το παλιό σχολείο λειτουργεί ως μουσείο και στο πνευματικό κέντρο εκτίθενται παλιές φωτογραφίες και παραδοσιακές ενδυμασίες, όπως η γνωστή φορεσιά του Βοΐου, η Κοντούσια, καθώς και φουστανέλες μακεδονίτικης ραφής.

Σε κεντρική θέση δεσπόζει η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, με το εξαιρετικό τέμπλο καρυδιάς και τη συλλογή σπάνιων εκκλησιαστικών αντικειμένων. Λίγο έξω από το χωριό απαντώνται επίσης οι περίτεχνες εκκλησίες της Αγ. Παρασκευής και της Αγ. Τριάδος.

 

Η Χρυσαυγή

Κρυμμένη στην κοιλάδα του ρέματος του Παλιομάγερου, σε υψόμετρο 830 μέτρα, περικυκλωμένη από πυκνά δάση και βουνά είναι η Χρυσαυγή, ένα από τα πιο φημισμένα μαστοροχώρια του Βοΐου. Από εδώ και πέρα οι πολυδαίδαλοι ορεινοί όγκοι ανακόπτουν την πορεία του ταξιδιώτη, μιας και ο δρόμος δεν συνεχίζει νοτιότερα προς τα χωριά των Γρεβενών. Χωρίζεται σε τέσσερις μαχαλάδες και όλα σχεδόν τα σπίτια της, 180 στον αριθμό, είναι πέτρινα. Άλλα εντυπωσιακά έργα της πέτρας αποτελούν τα δύο τοξωτά γεφύρια, τα τέσσερα εικονοστάσια του περίφημου Βράγγα, οι δύο παλιές εκκλησίες, το σχολείο και ο ανακαινισμένος νερόμυλος με τη δέση του.

Ο πληθυσμός της Χρυσαυγής έφθασε στο απόγειό του τους 347 κατοίκους το έτος 1940. Σήμερα, δεν μένουν μόνιμα εδώ περισσότεροι από 40. Όμως γενικά, πρόκειται για ένα πολύ ζωντανό χωριό, ειδικά κατά το Καλοκαίρι.

Η ακριβής ημερομηνία ίδρυσής της είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Ο οικισμός, με το όνομα Μοιραλή, είχε καταγραφεί στον Κώδικα του Μοναστηριού της Ζάβορδας από το έτος 1534. Οι πρώτοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν αρχικά στην τοποθεσία Σέλιο. Τριγύρω βρίσκονταν και άλλοι σκόρπιοι οικισμοί, οι οποίοι καταστράφηκαν από επιδρομές Τουρκαλβανών. Ερείπια εκείνων των Παλαιοχωριών σώζονται μέχρι σήμερα σε διάφορες τοποθεσίες, όπως οι Αργαλειοί, όπου υπήρχαν σπίτια χτισμένα μέσα στα έγκατα του βουνού και κατοικούνταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Στη δύσκολη εκείνη εποχή κάποιοι Μοιραλιώτες δολοφόνησαν τον τοπικό μπέη, ώστε να μην τον αφήσουν να περάσει τη νύχτα μαζί με μια νιόπαντρη κόρη του χωριού. Οι Τούρκοι για αντίποινα λεηλάτησαν κυριολεκτικά κάθε περιουσία και με τα χρήματα αυτά έχτισαν στην Κωνσταντινούπολη το Μοιραλή Τζαμισί.

Σήμερα η Χρυσαυγή αποτελεί έναν περιποιημένο οικισμό, από τους ομορφότερους του Βοΐου. Ορόσημο αποτελεί το πρόσφατα κατασκευασμένο πάρκο με το γεφύρι και τον καταρράκτη της δέσης του νερόμυλου. Έργο εξαιρετικής τέχνης του Βράγγα είναι ακόμη η πέτρινη πύλη στην είσοδο των Κοιμητηρίων, φέροντας την παραστατικότατη σμιλεμένη φράση Αιώνια πολιτεία του μέλλοντος.

Η Μόρφη

Η Μόρφη, η παλιά Μιρασάνη, βρίσκεται χτισμένη σε υψόμετρο 840 μέτρα σε ένα λόφο με πολύ ανοιχτό ορίζοντα στο Νότο και πανοραμική θέα προς την Κορυφή και τη Χρυσαυγή. Εδώ το έντονο ανάγλυφο του Βοΐου έχει ηρεμήσει και οι μεγάλες οροσειρές του Βορρά δίνουν τη θέση τους στους διαδοχικούς λόφους που φτάνουν μέχρι το Τσοτύλι και τα Γρεβενά. Κατά το παρελθόν αποτελούσε σταυροδρόμι της στράτας που κατέβαινε από τα Καστανοχώρια και το Γράμμο και έτσι σε αυτό το σημείο ενώνονται τα ορειβατικά μονοπάτια διάσχισης που ξεκινούν από τον Πεντάλοφο και τον Αυγερινό.

Διακρίνεται σε τέσσερις μαχαλάδες, όμως το Χειμώνα κατοικείται μόνο από 20 άτομα. Η ηρεμία του τόπου και η εύκολη πρόσβαση βοηθά στην εκτίναξη του πληθυσμού το Καλοκαίρι κοντά στους 200 κατοίκους. Ως οικισμός εδραιώθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα από ανθρώπους που ήρθαν από την Ήπειρο και το υπόλοιπο Βόιο. Εδώ κήρυξε ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος συμβούλευσε τους πιστούς να κρύβονται στα γύρω δάση σε περίπτωση κινδύνου. Πριν το Πόλεμο του ‘40 το χωριό έφθανε τους 350 κατοίκους, όμως λόγω της μεγάλης του προσφοράς στον αντιστασιακό αγώνα, οι κατοχικές δυνάμεις το πυρπόλησαν σχεδόν ολοσχερώς στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Ιουλίου του 1944. Πρόσφατα ανακαινίστηκε ένα παλιό καμίνι που είναι επισκέψιμο. Πολύ γραφικό είναι επίσης το Παλιό Καφέ κοντά στην πλατεία.

Η Τριάδα

Η Τριάδα, ή αλλιώς Πέτσιανη, βρίσκεται σε υψόμετρο 840 μέτρα σε μία πλαγιά της εντυπωσιακής κοιλάδας που σχηματίζει ο Πραμόριτσα και το ρέμα που κατεβαίνει από τον Αυγερινό, γνωστό ως Λασπόρρεμα, ή Μπατζιώτικος Λάκκος. Λίγο πιο πάνω οι όχθες του ρέματος γίνονται απότομες και από τις δύο πλευρές με αποτέλεσμα να σχηματίζεται ένα μικρό φαράγγι. Απέναντί από το χωριό φαίνεται η Μόρφη και ο Αυγερινός, χωρίς όμως να υπάρχει κάποιος δρόμος που να φθάνει εκεί απευθείας. Πρόκειται για μια απομονωμένη τοποθεσία την οποία η βαθιά κοιλάδα και η πυκνή βλάστηση την κάνουν απροσπέλαστη και δύσκολα διακριτή με το μάτι.

Η μικρή Τριάδα με τα όμορφα πέτρινα σπίτια της χωρίζεται σε δύο μαχαλάδες. Ο πρώτος έχει σημείο αναφοράς το σχολείο και ο δεύτερος την πλατεία, όπου βρίσκεται και η κεντρική εκκλησία. Το χωριό είναι σχεδόν ακατοίκητο. Μόνο τέσσερις άνθρωποι μένουν μόνιμα όλο το χρόνο. Κύριες ασχολίες ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία, ώσπου άρχισε το κύμα της μετανάστευσης και οι περισσότεροι έφυγαν σε χώρες του εξωτερικού. Με βάση την απογραφή του έτους 1905 στον οικισμό ζούσαν 120 βλαχόφωνοι Έλληνες. Σύμφωνα με μαρτυρίες, το 1846 οκτώ άτομα ήρθαν εδώ και αγόρασαν τον τόπο από τους Τούρκους. Η ονομασία του χωριού πιθανό οφείλεται στο γεγονός ότι χτίστηκε σε τρεις διαφορετικές φάσεις και καμία σχέση δεν φαίνεται να υπάρχει με το ομώνυμο μοναστήρι