Ο Ζουπανιώτικος Αηλιάς – Το σήμα κατατεθέν του Βοΐου

Η απότομη, επιβλητική και ογκώδης κορυφή του όρους Βόιο που δεσπόζει στο Δυτικό τμήμα της Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης, είναι ο Προφήτης Ηλίας, ή Ροσουτάρι. Πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι με τη λέξη Βόιο εννοούν ως βουνό μόνο τον Αηλιά. Οι ντόπιοι τον αποκαλούν ως ο Αηλιάς ο Ζουπανιώτικος, ή ο Αηλιάς του Βοΐου. Στα γραπτά κείμενα του Γάλλου πρόξενου Φραγκίσκου Πουκεβίλ αναφέρεται ως Ροσουτάρι. Φθάνει σε υψόμετρο τα 1.810 μέτρα και δημιουργεί μαζί με το Παλιοκριμήνι ακόμη ένα αξιοπρόσεκτο φαινόμενο του Βοΐου, αυτό των δίδυμων κορυφών, μιας και είναι χαμηλότερος πιθανόν λιγότερο από δύο μέτρα. Από εδώ και πέρα το βουνό αγριεύει, υψώνει τους πέτρινους κορμούς, του μεγάλα δάση οξιάς και πεύκου καλύπτουν τις απότομες πλαγιές, ενώ θεόρατοι γκρεμοί προκαλούν θαυμασμό και δέος.

Βγήκα ψηλά στον Αϊλιά ωρέ Βλαχοθανάση,

Κι αγνάντεψα τη Γράμμουστα,

Μας την εχάλασε η τουρκιά,

Μας πήραν χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια

(Βλάχικο τραγούδι)

Ακριβώς επάνω στην κορυφή βρίσκεται χτισμένο ένα κάτασπρο εκκλησάκι αφιερωμένο στη μνήμη του Αγίου, το οποίο γυαλίζει από μακριά στο φως του ήλιου.  Κάθε 20 του Ιούλη οι κάτοικοι του Βυθού και του Πενταλόφου οργανώνουν ομαδική ανάβαση, λειτουργία και γιορτή στο βουνό. Παλιότερα, η συγκεκριμένη διαδρομή από το Βυθό γίνονταν με άλογα. Η ημερομηνία κτίσης του πρώτου ναού, ο οποίος κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καταστράφηκε από Ιταλική οβίδα, παραμένει άγνωστη. Ανακατασκευάστηκε το έτος 1955 από δύο Πενταλοφίτες μαστόρους με δαπάνη του Κοσμά Πανταζή. Σήμερα, συντηρείται από τις προσφορές των κατοίκων των δύο χωριών και την προσωπική εργασία του παλιού Ζουπανιώτη μάστορα Γιάννη Κάσσου. Ακριβώς από κάτω, στη βάση του βουνού, σώζεται ακόμα το πανέμορφο εκκλησάκι των Ταξιαρχών στην τοποθεσία Φτέρη, όπου υπήρχε ομώνυμο χωριό, το οποίο καταστράφηκε από Τουρκαλβανούς. Οι παλιοί του κάτοικοι κατέφυγαν στο Βυθό, ενώ σήμερα η περιοχή αποτελεί την πηγή τροφοδότησης των γύρω χωριών με το άριστης ποιότητας πόσιμο νερό που τα χαρακτηρίζει.

Από την κορυφή του βουνού η ανεμπόδιστη θέα προς τις απόκρημνες πλαγιές του Βοΐου, την υπόλοιπη Πίνδο, τον Όλυμπο, τη λίμνη της Καστοριάς, την τεχνητή λίμνη του Βυθού, τα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας και τις πελώριες αλβανικές οροσειρές είναι άκρως εντυπωσιακή.

Ο Ζουπανιώτικος Αηλιάς σχηματίζει έναν απότομο ορεινό όγκο, κυριαρχώντας στο τοπίο, αφού δίπλα του οι υπόλοιπες κορυφές του Βοΐου δείχνουν πολύ χαμηλότερες αν και στην πραγματικότητα δεν είναι. Αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές κορυφές της Βόρειας Πίνδου, λόγω του σχήματός του, που από τα Δυτικά μοιάζει με μία απόλυτα ισοσκελισμένη πυραμίδα. Η πυκνή βλάστηση δεν σταματάει παρά μόνο λίγα μέτρα πριν το εκκλησάκι. Δάση οξιάς στη βορειοανατολική πλευρά διαδέχονται πευκοδάση στη νοτιοδυτική, σε μια περιοχή χαρακτηρισμένη ως Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους, όπου έχουν τις πηγές τους μια σειρά από ρέματα.

Εδώ πάνω δεν φθάνει αυτοκίνητο, αλλά μονοπάτια που ξεκινούν από τον Πεντάλοφο και το Βυθό, διασχίζοντας τη νοτιοανατολική πλευρά του βουνού. Επίσης, από το Βυθό και τον Αυγερινό προσφέρεται η δυνατότητα μέσω ενός πυκνού δικτύου δασικών οδών να προσεγγιστεί η κορυφή σε απόσταση μόλις 40 λεπτών, τόσο από τη Βόρεια, όσο και από τη Νότια πλευρά, συναντώντας το Ευρωπαϊκό μονοπάτι Ε6. Η Βορειοδυτική πλευρά είναι απόκρημνη και απροσπέλαστη. Λίγο πριν την κορυφή το μονοπάτι διέρχεται από δύο σιδερένιες σκάλες γαντζωμένες σε βράχο, που τοποθέτησε εκεί ο Εμπορικός Σύλλογος Πενταλόφου για να διευκολύνει την ανάβαση.

Αϊ-Λιάς ο Ζουπανιώτικος, ο αφέντης της παλιάς Ανασελίτσας. Τούτο το βουνό πάντα μου προκαλούσε το δέος. Ακόμα και τώρα, σα διαβάζω, ή ακούω για βουνά μακρινά και αόρατα, την εικόνα τούτου του βουνού φέρνω μπροστά μου. Μας μιλούσε στο σχολείο ο δάσκαλος για τον Όλυμπο και του Ολύμπιους Θεούς κι άθελά μου έριχνα κρυφά το βλέμμα μου σε τούτο το βουνό, τον Αϊ-Λιά, μπας και δω κάποιον από αυτούς να κατηφορίζει προς την Ανασελίτσα.

Πρωί και βράδυ το βλέμμα του αγροτόκοσμου σημαδεύει την κορυφή του για να δεχθεί τα μετεωρολογικά μηνύματα της ημέρας. Γελάει την αυγή καθώς ερωτιάρικα δέχεται τα χαϊδέματα από τις ακτίνες του άστρου της ημέρας και το δειλινό φουσκώνουν τα στήθια του από περηφάνια καθώς ντύνεται στα χρυσοπόρφυρα για να καληνυχτίσει τον κόσμο που εξουσιάζει.

Τούτο το βουνό πολλά έχει να μας πει από την παλιά και νεώτερη ιστορία του τόπου μας. Εδώ κατοικούσαν αρχικά οι αρχαίοι Βόϊοι – Βοιωτοί. Στα χρόνια τα μαύρα της Τουρκοκρατίας πέρα απ’ αυτό απλωνόταν η Αρβανιτιά. Κι όταν στους μετέπειτα χρόνους η φασιστική μεγαλομανία επιχειρούσε να παραβιάσει τις εθνικές μας πύλες, μέχρι τούτο το βουνό έφταναν οι εχθρικές οβίδες κι από εδώ άντρες και γυναίκες ρίχτηκαν στης μάχης τη φωτιά.

(του Αείμνηστου Λάζαρου Παπαϊωάννου) 

Οι Καταρράκτες του Σκοτωμένου Νερού – Ένα μνημείο της Φύσης

Πίσω από το Βυθό, μεταξύ των τοποθεσιών Στρόζιαβο και Σιουποτίστα, βρίσκεται ένα σπάνιο μνημείο της φύσης, το Σκοτωμένο Νερό. To μονοπάτι που οδηγούσε εκεί είχε ξεχαστεί για πολλά χρόνια και ανακαλύφθηκε πρόσφατα στα πλαίσια του προγράμματος Πίνδος από νέα παιδιά της Οικολογικής Κίνησης Κοζάνης και τον ζωγράφο Αργύρη Παφίλη, ο οποίος μετά την ανακάλυψη αφιέρωσε στη περιοχή ένα του έργο. Χαμηλά υπάρχει το μεικτό δάσος της Σιουποτίστας με πολλές αιωνόβιες καστανιές και μεγαλύτερη σε ηλικία εκείνη η οποία βρίσκεται λίγο μετά το χωματόδρομο που φθάνει ως εκεί, στην αρχή του μονοπατιού, πριν τη γραφικότατη καλύβα του Παπαζήση. Σε αυτό το δάσος αναζήτησαν πανικόβλητοι καταφύγιο οι κάτοικοι του Βυθού τον Ιούλιο του ’44 όταν κατέφτασαν εκεί οι Γερμανοί με σκοπό να κάψουν το χωριό. Μετά το τέλος του δάσους ξεκινάει η Μαυριάχα, ή αλλιώς Μαύρη Ράχη, που ονομάζεται έτσι λόγω του σκούρου χρώματος των γκρεμών της. Η ράχη από εδώ παίρνει συνεχώς ύψος μέχρι να φτάσει τα 1.535 μέτρα λίγο πριν την κορυφή του Προφήτη Ηλία. Κατά ένα παράξενο τρόπο, κάθετα στα βράχια της κυλάει ένα ρέμα που σχηματίζει στο πέρασμα του μια σειρά από καταρράκτες, εκ των οποίων οι τρεις είναι πραγματικά μεγάλοι και βρίσκονται ο ένας ακριβώς επάνω από τον άλλο. Πρόκειται για το Σκοτωμένο Νερό ή  Κρέμαση, που μόνο στις μνήμες των παλιών κατοίκων του Βυθού και των βοσκών παρέμενε ζωντανό. Σήμερα, σηματοδοτήθηκαν οι διαδρομές που οδηγούν εκεί και ανοίχτηκε το μονοπάτι μέσα στο πυκνό δάσος, με αποτέλεσμα οι καταρράκτες να γίνουν επισκέψιμοι και ορόσημο όχι μόνο της περιοχής, αλλά και ολόκληρου του Βοΐου.

Πρώτη βρίσκεται η Κάτω Βάθρα με ύψος 20 μέτρων. Αρχικά το νερό πέφτει κατακόρυφα και έπειτα συνεχίζει μια χαοτική πορεία επάνω στα βράχια. Πολλοί, μη γνωρίζοντας την ύπαρξη και των άλλων καταρρακτών, ως Σκοτωμένο Νερό ονομάζουν μόνο αυτή τη Βάθρα. Από εδώ επόμενη στάση είναι λίγο πιο ψηλά η Επάνω Βάθρα, η οποία προσεγγίζεται, είτε μέσω του ομαλού περιμετρικού μονοπατιού διάρκειας 40 λεπτών, είτε μέσω ευθείας πορείας σε ένα απότομο μονοπάτι διάρκειας 10 λεπτών. Η Επάνω Βάθρα έχει ύψος 30 μέτρα και αξιοθαύμαστο είναι το γεγονός, ότι από εδώ το νερό πέφτει εντελώς κατακόρυφα χωρίς να συναντήσει στην πορεία του κανένα εμπόδιο. Αιωρείται στον αέρα και αλλάζει κατευθύνσεις ανάλογα με το φύσημα του ανέμου. Μία τεράστια βραχώδης σκεπή παρέχει τη δυνατότητα στους επισκέπτες να βρεθούν ακριβώς πίσω από τον καταρράκτη, αλλά και από την απέναντι πλευρά, μιας και το μονοπάτι φτάνει με ασφάλεια ως εκεί. Τελευταία αποκαλύπτεται η Κρυμμένη Βάθρα, η οποία ονομάζεται έτσι γιατί πραγματικά δεν είναι ορατή από πουθενά. Το νερό πέφτει κλιμακωτά σε σκαλοπάτια από ύψος 10 μέτρων. Ο τόπος εδώ, σε αντίθεση με τους άλλους δύο καταρράκτες, είναι πιο γαλήνιος και προσφέρεται για βουτιά από τους τολμηρούς.

Την Άνοιξη, κοντά στο Πάσχα, το ρέμα με τα νερά και τη βουή του χαλάει τον κόσμο, όμως το Καλοκαίρι στερεύει και απομένουν μόνο οι κάθετοι βράχοι, μία εικόνα παρόλα αυτά εντυπωσιακή. Οι κάτοικοι του Βυθού λένε πως στα παλιά χρόνια, όταν έβρεχε και χιόνιζε περισσότερο οι καταρράκτες είχαν πολύ νερό. Αν και βρίσκονται σε προφυλαγμένη από τους βοριάδες τοποθεσία έχει παρατηρηθεί να παγώσουν στα πολλά κρύα, λόγω του μεγάλου υψομέτρου τους, που φθάνει στα 1.200 μέτρα. Να το δεις το Χειμώνα παγωμένο, μέχρι κάτω φτάνουν τα κρούσταλλα, διηγείται ο έμπειρος ξυλοκόπος και άριστος γνώστης της περιοχής Λευτέρης Γυφτάκης.

Στο Σκοτωμένο Νερό φτάνει κανείς πεζοπορώντας από το Βυθό σε 2 ώρες μέσω του σηματοδοτημένου μονοπατιού Βυθός – Αηλιάς. Εναλλακτικά, μπορεί να ακολουθήσει με αυτοκίνητο 4×4 για 3,5 χιλιόμετρα το χωματόδρομο ο οποίος ξεκινάει από την επαρχιακή οδό που συνδέει το Βυθό με το Μοναστήρι της Αγ. Τριάδας, περνώντας από την καλύβα του Σάκη, από όπου μπορεί να προμηθευτεί φρέσκο κατσικίσιο γάλα. Θα φτάσει ακριβώς κάτω από το δάσος της Σιουποτίστας, θα συναντήσει σε αυτό το σημείο το μονοπάτι και από εκεί θα χρειαστεί ανάβαση μόλις 30 λεπτών για τον πρώτο καταρράκτη. Ακόμη πιο εύκολα προσεγγίζεται η περιοχή από τη μέτριας βατότητας επάνω δασική οδό που ανεβαίνει ψηλά στον Προφήτη Ηλία, η οποία χαμηλότερα και οδηγεί αριστερά στην κορυφογραμμή της Μαυριάχας. Με αυτό τον τρόπο θα φτάσει κανείς επάνω από τους καταρράκτες και ξεκινώντας την κατάβαση από την περιοχή όπου υπάρχει η ποτίστρα, θα καταλήξει στον προορισμό του σε μόλις 20΄.

 

Η Τεχνητή Λίμνη Βυθού – Ένας Νέος Υδροβιότοπος

Τη ροή του ποταμού Πραμόριτσα έχει σταματήσει το ομώνυμο φράγμα, σχηματίζοντας το έτος 2008 την τεχνητή λίμνη του Βυθού, η οποία έχει αρχίσει να γίνεται ένας πλούσιος βιότοπος ψαριών και πουλιών, προσφέροντας στην περιοχή ένα νέο εκπληκτικό τοπίο. Ολόγυρα περιβάλλεται από βουνά και το υψόμετρο της επιφάνειάς της είναι 870 μέτρα. Το μέγιστο βάθος της εκτιμάται ότι φθάνει τα 50 μέτρα, η έκτασή της τα 307 στρέμματα και η περίμετρός της τα 5 χιλιόμετρα. Όταν η στάθμη πέφτει, στη βορειοδυτική πλευρά ξεπροβάλλουν δύο νησάκια. Επίσης, από την Ανατολική πλευρά της ξεκινάει οριοθετημένο το Καταφύγιο Άγριας Ζωής, που εκτείνεται μέχρι τα όρια των πρώην Κοινοτήτων Αυγερινού και Αγ. Σωτήρας.

Πανέμορφος όμως ήταν και ο τόπος που τώρα καλύπτουν τα νερά της. Εκεί είχαν τα χωράφια και τους κήπους τους οι κάτοικοι του Βυθού, τα οποία απλόχερα χάρισαν για το κοινό καλό. Σήμερα τα νερά της λίμνης υδροδοτούν όλους σχεδόν τους οικισμούς του Δήμου Βοΐου. Εδώ, όπου το ποτάμι κινούνταν απότομα ανάμεσα σε απόκρημνους βράχους, βρίσκεται το πνιγμένο πέτρινο γεφυράκι του Βυθού, το Ζντρουγκογέφυρο, επάνω στο μονοπάτι που ένωνε το χωριό με την Αγ. Σωτήρα και τον Αυγερινό.

Σήμερα η λίμνη έχει γίνει σήμα κατατεθέν του τόπου. Προσελκύει πολλούς εκδρομείς, καθώς και ψαράδες, μιας και έχει εμπλουτιστεί με διάφορα είδη ψαριών, συμπεριλαμβανομένης και της σολωμοπέστροφας. Είναι επισκέψιμη από την πλευρά του φράγματος με αυτοκίνητο και από την πλευρά του Βυθού μέχρι ένα σημείο με αυτοκίνητο και έπειτα με σύντομο μονοπάτι, το οποίο αποτελεί τμήμα του μεγάλου μονοπατιού Το Ταξίδι του Ποταμού Πραμόριτσα και διέρχεται για 250 μέτρα ακριβώς δίπλα από τη λίμνη. Έτσι δίνεται η ευκαιρία για περίπατο πλάι στα κρυστάλλινα νερά, στο μισοβυθισμένο μύλο του Καραγιάννη και στον καταρράκτη του Αγ. Πολύκαρπου, σε μια τοποθεσία από τις ωραιότερες του Βοΐου. Από ψηλά μπορεί κανείς να θαυμάσει το εντυπωσιακό τοπίο μέσω της επαρχιακής οδού που οδηγεί από το Βυθό στο Μοναστήρι της Αγ. Τριάδας και του μονοπατιού που συνδέει το Βυθό με τον Αυγερινό. Το βορειοδυτικό τμήμα της εισχωρεί βαθιά ανάμεσα σε απότομες πλαγιές με αποτέλεσμα να μοιάζει με φιόρδ.