Γαλατινή

Η Γαλατινή (παλιό όνομα Κοντσικό- μετονομάστικε σε κοινότητα Γαλατινής το 1927)

Ο χρόνος ίδρυσης του οικισμού της Γαλατινής παραμένει άγνωστος. Πιθανότατα, οι πρώτες εγκαταστάσεις δημιουργήθηκαν το 14ο – 15ο αιώνα και η φυσική οχύρωση της περιοχής βοήθησε τους κατοίκους να παραμείνουν ελεύθεροι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Είναι από τους λίγους οικισμούς της Δυτικής Μακεδονίας που πάντα απέκρουε τις επιδρομές των άτακτων Αρβανιτών και δεν πατήθηκε ποτέ, ούτε από ληστές, ούτε από τακτικό τουρκικό στρατό.

Στην περιοχή της Γαλατινής υπάρχουν ερείπια Κάστρου στη θέση ¨Καστρέλι¨ . Στην σημερινή περιοχή της Γαλατινής υπήρχαν άλλοτε τρία ακόμη χωριά, ο Πεκρεβενίκος, η Γκράτσιανη και το Παλαιοχώρι. Και τα τρία καταστράφηκαν από τουρκαλβανούς ληστές. Στο παλαιοχώρι βρέθηκε μυκηναϊκός πέλεκυς που μαρτυρεί ότι ο χώρος κατοικήθηκε από πολύ παλιά.

Το Κοντσικό συμμετείχε στην πρώιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα και στην περίοδο της ένοπλης αντίδρασης στη Βουλγαρική επιβουλή. Κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα, το Κοντσικό ανέδειξε δύο από τους επιφανέστερους Δυτικομακεδόνες οπλαρχηγούς, το Γ. Δούκα – Νταβέλη και τον Π. Τσιόκα – Αλαμάνη, οι οποίοι υπήρξαν, μαζί με τον ιερέα οπλαρχηγό Παναγιώτη Οικονομίδη (που έδρασε την εποχή του Αλή Πασά), οι κορυφαίες ιστορικές φυσιογνωμίες του χωριού.
Εράτυρα

ένα ιστορικό χωριό που είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στους πρόποδες του ‘Ασκιον όρους ή Συνιάτσικο και ανήκει στον δήμο Βοϊου του νομού Κοζάνης.

Η γέννηση του οικισμού χάνεται στα βάθη των χρόνων.. Τα ερείπια προϊστορικών οχυρών από σειρές τειχών («Κτίσματα») χρονολογούνται πριν το 700 π.Χ. αλλά και οι ανασκαφές το 1930,από τον καθηγητή Ιωάννη Κεραμόπουλο στη Μαγούλα, έφεραν στο φως σπουδαία ευρήματα που μαρτυρούν την ύπαρξη οικισμού της Ρωμαϊκής Εποχής. Ιστορικοί τοποθετούν την αρχαία Εράτυρα σαν μια από της μεγαλύτερες πόλεις της αρχαίας Ελίμειας στους Μακεδονικούς χρόνους.

Η αρχαιότερη γραπτή πηγή που αναφέρει το όνομα το οικισμού είναι ο Κώδικας της Μονής Ζάμπορδας όπου εκεί αναφέρεται το 1534 με την ονομασία Σέλτζα. Η μετονομασία της σε Εράτυρα θα γίνει το 1928. Κεφαλοχώρι (πληθυσμός σχεδόν 3,000 μόνιμων κατοίκων) με οργανωμένη κοινωνική ζωή, έντονη εμπορική δραστηριότητα και πολιτιστική ανάπτυξη η Εράτυρα θα βιώσει περίοδο μεγάλης ακμής από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα.

Καλονέρι

Παλαιότερα βρισκόταν στη συμβολή των χαραδρών « Κόπου» και « Τζημαλή » κάπου δυτικά της σημερινής θέσεως του. Δεν είχε την σημερινή του ονομασία ονομαζόταν « Βρογγίτστα ». Αυτό γιατί τα βράδια ακουγόταν δυνατοί κρότοι « Βροντούσε το μέρος » λέγανε οι κάτοικοι που ήταν Τούρκοι και Γηγενείς. Ο φόβος αυτός ανάγκασε τους κατοίκους να μετατοπίσουν το χωριό στην σημερινή του θέση. Μετονομάσθηκε από τους κατοίκους Καλονέρι για το καλό του νερό.

Η παράδοση λέει ότι για να «στεριώσει » το χωριό ζέψανε δυο τρίχρονα δαμάλια σε ένα ασημένιο αλέτρι και αφού περιχάραξαν τα σύνορα του χωριού τα θάψανε μαζί με το αλέτρι. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στο χωριό ζούσαν λίγοι Τούρκοι με δεκαπέντε οικογένειες χριστιανών Καλονεριωτών και ζούσαν ειρηνικά

 

Πελεκάνος

Η περιοχή κατοικείται από τους προϊστορικούς χρόνους καθώς εντοπίζονται νεολιθικά λείψανα πλησίον του σημερινού οικισμού. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν τείχη και οχυρώσεις που χρονολογούνται από το 13o αιώνα π.Χ και αναβάθμιστηκαν επί Ιουστινιανού σε οχυρό αποκαλούμενο «Πέλεκον», σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο. Στην περιοχή «Βαρκό», δίπλα στον ποταμό Μύριχο, υπάρχει ρωμαϊκός οικισμός που δίνει τακτικά τροφή σε λαθρανασκαφείς.

 

Οι πρώτοι σύγχρονοι κάτοικοι, που πιθανότατα μετανάστευσαν από την Ήπειρο (περιοχή Φούρκας-Σουλίου) ζούσαν κατά φατρίες νοτιοανατολικά του σύγχρονου οικισμού, στην αριστερή όχθη του χειμαροπόταμου Μύριχου, που ξεκινάει από το Σινιάτσικο και καταλήγει στον Αλιάκμωνα. Οι Τούρκοι το έλεγαν «Ντιρέκιοϊ» (ποταμοχώρι). Πιθανότατα γύρω στον 17ο αιώνα, πολυάριθμες ομάδες μετακινήθηκαν στη σημερινή θέση του χωριού. Στον κατάλογο του Νεοφύτου (Κώδικας Ζωσίμα) της Μητροπόλεως Σιατίστης & Σισανίου το 1797 αναφέρεται σαν «χωρίον Πέλκα». Κατά την επανάσταση του 1821 οι κάτοικοι του Πελεκάνου αγωνίστηκαν κατά των Οθωμανών, με πιο αξιόλογους τον Δημήτριο και Ιωάννη Κώστα. Το 1913 απογράφονται 664 κάτοικοι. Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το χωριό μαράζωσε από την εσωτερική (κυρίως προς Κοζάνη, Βέροια, Θεσσαλονίκη) και εξωτερική (κατά βάση Σικάγο, Τορόντο, Μελβούρνη) μετανάστευση. Οι απόγονοι των Πελκιωτών διαπρέπουν σε ποικιλία επαγγελματικών κλάδων και επισκέπτονται την ιδιαίτερη πατρίδα τους στις γιορτές και κυρίως το Δεκαπενταύγουστο.

Σισάνι

Η ιστορία του οικισμού ξεκινά από την αρχαιότητα. Τη ρωμαϊκή περίοδο υπήρξε πόλη που άκμαζε, αφού αναφέρεται γυμναστήριο, στάδιο, διοργάνωση αγώνων. Για την αρχαία πόλη του Σισανίου, ο φιλόλογος και ιστορικός Μαργαρίτης Δήμιτσας αναφέρει: «εν τη θέση ταύτη, υπήρχε πόλις τις αρχαία, άγνωστος ημίν αλλαχόθεν. Η δε άγνωστος αυτή πόλις ήν Ελληνική, έχουσα διοργάνωσιν ομοίαν τη των εν Ελλάδι και Πελοποννήσω πόλεων».
Στο Σισάνι ανακαλύφθηκε ένας απο τους μεγαλύτερους Βυζαντινούς Ναούς της χώρας,οι εργασίες της ανασκαφής ξεκίνησαν στης 20 Απριλίου του 1991
Τα ευρήματα απο την ανασκαφή μαρτυρούν την ύπαρξη ενός σημαντικού για την περιοχή θρησκευτικού κέντρου,με τον πολυτελή Σταυρόσχημο Ναό με τρούλο που εντάσσεται στην σειρά τω μεγάλων επισκοπικών ναών,οι οποίοι χτίστηκαν στον χώρο της Μακεδονίας τον 11ο αιώνα.
Η ονομασία του παραμένει άγνωστη,αλλά σε ένα τμήμα της κτητορικής συνθήκης όπου απεικονίζεται η Θεοτόκος με γονυπετή τον κτήτορα-επίσκοπο.αποδεικνύει ότι ήταν επισκοπή.
Το Σισάνι σύμφωνα με την Εκκλησιαστίκη Ιστορία αποτέλεσε κατά τον 11ο αιώνα έδρα της επισκοπής Σισανίου,με δικαιοδοσία ολόκληρης της σημερινής επαρχίας Βο’ί’ου.Στα τέλη του 17ου αιώνα η έδρα της Επισκοπής μεταφέρθηκε στην Σιάτιστα,κατά πάσα πιθανότητα εξαιτίας της καταστροφής του Σισανίου από τους Τούρκους.

 

Νάματα

Χτίστηκε κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα από πρόσφυγες της Μοσχόπολης, της Φούρκας, της Ζέρμας, της Πυρσόγιαννης και του Τσιούργιακα, οι οποίοι είχαν καταδιωχτεί από τους Τούρκους. Στα χρόνια του Πολέμου του ’40 ξεπερνούσε τους 500 κατοίκους, όμως στη δεκαετία του ‘70, εξαιτίας και του έντονου μεταναστευτικού ρεύματος, έφθασε στο σημείο να εγκαταληφθεί σχεδόν ολοκληρωτικά.